Ζω και κατοικώ : Σε μια πόλη με ελάχιστο πράσινο και μισοτελειωμένα έργα.Μια πόλη με μύρια προβλήματα.
Μια πόλη χωρίς φαντασία με σχεδόν αδιάφορους για τα κοινά πολίτες.Μια πόλη καφετέρια.
Έχω τα μάτια και την ψυχή ανοιχτά.Έχω ακόμα λίγα όνειρα φυλαγμένα για να μην παραιτηθώ από τις αναζητήσεις μου.
Τα γύρω μέρη είναι πιό όμορφα.Εκεί περιπλανιέμαι.


Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014

H νύχτα των Μπαζωμάτων

Μου αρέσουν τα ήσυχα βράδια στην πόλη. Χτες ο αέρας κόπασε και η πόλη ντύθηκε τη νύχτα της σε μια γλυκιά ησυχία. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα αποζητώ να απολαύσω μια βόλτα με το ποδήλατο από τα Καλάμια έως τα Μπαζώματα του Αγίου Νικολάου.
Ακολουθώ τον αιγιαλό από τη Μ. Αλεξάνδρου και φτάνω στο σημείο κατασκευής της πολυπόθητης γέφυρας της Τριήρους. Το έργο έχει σταματήσει από τις εκλογές. Χώματα και σίδερα έχουν μείνει και ένας βούρκος στην εκβολή του Ξηριά.
Πιο πέρα ψηλαφώντας το μαύρο σκοτάδι βρίσκομαι μπροστά σε παλέτες με πλάκες πεζοδρόμησης αριστερά και χώματα πολλά χώματα στο τέρμα Κολιάτσου. Στο Κέντρο Νέων φρουρός ένα φως στο τόσο σκοτάδι. Σκέφτομαι : «Και εσένα Κέντρο Νέων σε έχουν βάλει στο μάτι. Τώρα που γείτονας κολλητός σου είναι ο Αναπληρωτής υπουργός ΠΕΚΑ, αχ μαύρο μου τι σε περιμένει!» Ο επιβλητικός οίκος Ταγαρά είναι και αυτός μπλοκαρισμένος από τα χώματα.
Στη γωνία ένα ζεύγος της ομάδας ΔΙΑΣ εξυπηρετεί ένα περιστατικό. Στρίβω στη Σισύφου και φτάνοντας στην Κύπρου αριστερά βλέπω μέσα στο μισοσκόταδο την πλουμιστή πεζοδρόμηση μέχρι τη θάλασσα.
Συνεχίζω περνώντας από την αγαπημένη γωνιά του Μπιστρό, βλέπω  και  άλλα άπειρα μπάζα στο κτίριο του Δέσποτα – και αυτό ανακαινισμένο, υπερυψωμένο αλλά σκοτεινό-
Φτάνω στο Λιμάνι. Ερημιά μεν, φώτα πολλά δε. Τρία ολόκληρα ιστιοπλοϊκά είναι αραγμένα  και αναρωτιέμαι αν έγινε η δέουσα τελετή υποδοχής.
Οι διαγραμμίσεις τέλειες, μάλλον υπάρχουν για τη στάθμευση λεωφορείων που θα παραλαμβάνουν τους χιλιάδες τουρίστες στο μέλλον. Καλό είναι να υπάρχουν από τώρα. Να, και ένας ερασιτέχνης ψαράς! Κανείς άλλος σε αυτό τον κατάφωτο χώρο. Α ναι, και λίγη έντονη οσμή από τη μονάδα επεξεργασίας του βιολογικού καθαρισμού. Δεν πειράζει, όταν φυσάει  δεν γίνεται αντιληπτή.
Με λούζουν τα φώτα. Ο Πήγασος μου φαίνεται πως έχει λίγο βαρύ κεφάλι από τις πολλές κοτσουλιές και για μια στιγμή νομίζω πως έτοιμος είναι να βουτήξει το κεφάλι του στο σιντριβάνι, που μόλις χτες γέμισε με νερό αλλά δεν λειτουργούν ακόμα οι πίδακές του. Σκέφτομαι και 26.000 ευρώ που έχουν δοθεί για τον καθαρισμό των αγαλμάτων αλλά ακόμα η εργασία δεν έχει γίνει.





.Ετοιμάζομαι να βουτήξω το δικό μου το κεφάλι στο νερό.. αλλά με σταματά η έκπληξη!!!!

Η παλιά κουρέλα
                                                                 Η καινούργια σημαία!!!!
Την είδα! Τη σημαία του δήμου Κορινθίων! Καινούργια, γυαλιστερή, τσαχπίνα στο αεράκι. Φαίνεται πως για να γίνει η νέα παραγγελία –δεν πιστεύω να θεωρείτε ακόμα πως υπήρχαν οι σημαίες που φέρεται ότι αγοράστηκαν- χρειάστηκε  το 15μερο.’Ετσι είναι αυτά τα δύσκολα, αργούν.
«Καλώς την και ας άργησε» μονολογώ χαρούμενη και λόγω της απτής επιβεβαίωσης ότι με διαβάζει το δημοτικό μέγαρο.
Συνεχίζω και παίρνω τον ποδηλατόδρομο. Άδειος από αυτοκίνητα από την πλευρά του Λαογραφικού Μουσείου αλλά επιμένουν 2-3 αυτοκίνητα να παρκάρουν πάνω του από τη μεριά του αλιευτικού καταφυγίου. Ακολουθώ το κίτρινο καναρινί και έχω την ευκαιρία να απολαύσω τη σιγαλιά, τις σκιές, τον μικρό αναστεναγμό της θάλασσας. Ακόμα 2-3 ερασιτέχνες ψαράδες, ένα ζευγάρι που μάλλον τσακώνεται  και ένα άλλο που φιλιέται με πάθος. Εικόνες της ζωής όλα.
Ο πάνω ποδηλατόδρομος μπαζωμάτων είναι βυθισμένος στο σκοτάδι και δεν το επιχειρώ να περάσω από εκεί. Όμως, αντιλαμβάνομαι κάποιες μικρές αστραπές στο σκοτάδι. Τσαφ και χάνεται η πρώτη. Τσαφ- τσαφ πάει και η δεύτερη. Πλησιάζω. Είναι ο φωτοβολταϊκός φωτισμός, που δεν ξέρω πόσες χιλιάδες ευρώ κόστισε αλλά δεν λειτουργεί. Μόνο σπασμούς κάνει. Προσπαθεί η λάμπα ν’ ανάψει αλλά δεν τα καταφέρνει. «Άντε, δώσε δύναμη» της λέει το διπλανό καχεκτικό πλατάνι «μην τα παρατάς, προσπάθησε». Προσπαθεί η καημένη, αλλά που. Αδύνατον. Δεν έχει πια δυνάμεις. Οι άλλες έχουν ήδη παραδώσει το πνεύμα.  Οι φήμες λένε πως είναι εργολαβία του αρκαδοπρόεδρου και υπεργολαβία αδελφών εξ Εξαμιλίων, αλλά δεν γνωρίζω πολλές λεπτομέρειες. Όπως και να είναι πρέπει να επισκευαστούν και να φωτίζουν το χώρο.
Μετά την ασθενή λάμπα προχωρώ να χαιρετίσω τον Ποσειδώνα και τη μοναξιά του. Απαξιεί ακόμα και να μου ρίξει μια ματιά. Είναι θυμωμένος ο Ποσειδώνας γιατί του ξερίζωσαν τους ξερούς περουβιανούς πρίνους – θυμάστε ολόκληρη συνέντευξη είχε δώσει ο κ. Ντιγκιρλάκης για το ιδανικόν της επιλογής του-. Με τους πρίνους ο Ποσειδώνας, έλεγε και μια κουβέντα. «Τώρα μοναξιά τα βράδια», αναστέναξε.
Ομολογώ ότι στεναχωρήθηκα για τον καημένο. Του είπα να κάνει υπομονή διότι σε βάθος χρόνου θα έρθουν τουλάχιστον να τον πλύνουν και να τον καθαρίσουν. Εντολή και απόφαση δημάρχου γαρ.
Στο γυρισμό τα ζευγάρια  δεν είχαν ολοκληρώσει ούτε τον τσακωμό ούτε τα φιλιά, είχαν προστεθεί και υπαίθρια κρεβάτια και ένα αγροτικό, τα ψάρια δεν τσίμπησαν το δόλωμα, ο παραγωγός με τα πεπόνια τα αποθήκευε με υπομονή στο αγροτικό του, τα καφενεία όλα κλειστά, ο Πήγασος σκεφτόταν ακόμα να βουτήξει ή να πετάξει στον ουρανό.



Κάθισα στο ψηφιδωτό παγκάκι δωρεά της Φρόσως Χαστούπη και συμμαθήτριάς μου. Όμορφο συναίσθημα. Το κρύο ψηφιδωτό είχε μια θαλπωρή, σαν αγκαλιά. Την έφερα στο νου μου με χίλιες εικόνες από το σχολείο και μετά. Κάθε ψηφίδα είχε το άγγιγμά της. Οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν όταν τους θυμούνται. Νομίζω πως κοιτούσαμε για μια στιγμή μαζί την καινούργια σημαία του δήμου και τογαζί σο σειρήτι της .
Σα να μου ψιθύρισε: «τόση χαμένη ενέργεια, για το αυτονόητο;»
«Ναι, κορίτσι μου, παλεύουμε για το αυτονόητο. Μέσα σε νύχτες των μπαζωμάτων»
Γύρισα   στο σπίτι κατά τις 2πμ.Με μια μικρή ικανοποίηση μέσα μου.
Ξάπλωσα  στο ντιβάνι μου κάτω από τ’ αστέρια και το χάδι από το ανεπαίσθητο αεράκι ήρθε σαν βάλσαμο.
Για την αποτύπωση του χρόνου της πόλης που κοιμάται και ξυπνά με σπασμούς και λυγμούς

Μάγια Φουριώτη

1 σχόλιο:

ΜΙΧΑΛΗΣ ΖΩΓΚΟΣ είπε...

Τα πλατάνια δίπλα στη θάλασσα;Διαπλοκή και διαφθορά στο έπακρον!!!