Ζω και κατοικώ : Σε μια πόλη με ελάχιστο πράσινο και μισοτελειωμένα έργα.Μια πόλη με μύρια προβλήματα.
Μια πόλη χωρίς φαντασία με σχεδόν αδιάφορους για τα κοινά πολίτες.Μια πόλη καφετέρια.
Έχω τα μάτια και την ψυχή ανοιχτά.Έχω ακόμα λίγα όνειρα φυλαγμένα για να μην παραιτηθώ από τις αναζητήσεις μου.
Τα γύρω μέρη είναι πιό όμορφα.Εκεί περιπλανιέμαι.


Παρασκευή, 3 Σεπτεμβρίου 2010

Μελαγχολία



3 του Σεπτέμβρη και  αναπόλησα  πολλά νοσταλγώντας τα.
1974 σχεδόν τέλος της εφηβείας. Μεταπολίτευση. Ενθουσιασμός.Το Κίνημα.Ο Σοσιαλισμός.
Διάβαζα Παλμίρο Τολιάτι και Μπερλίγκουερ, Ρεζί Ντεμπρέ.

Ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Βάρναλης, ο Καβάφης, ο Αναγνωστάκης, ο Θεοδωράκης και οι ερμηνευτές του ήταν στο προσκέφαλό μου στην εφηβεία και στα μετέπειτα χρόνια.Έγραφα ποιήματα....
Γράφω ακόμα.
Μελαγχόλησα η αμετανόητη.
Φαίνεται πως οι δερματοστιξία των παραπάνω δεν θα φύγει με τα χρόνια.
Μελαγχόλησα, γιατί χτες βράδυ, περνώντας έξω από ένα μπαράκι διαπίστωσα πως μέρος της νεολαίας σήμερα, είτε εκφράζει πολιτικοποιημένο έρωτα για την πόλη μας, είτε όχι, έχει ακούσματα του τύπου''εισαι πολύ μωρό'' ''για τα λεφτά τα κάνεις όλα'' ''έλα στον παπού''.
Θα ήθελα να μάθω πόσοι από τους νέους μας έχουν διαβάσει Σεφέρη, Γκάτσο, Λειβαδίτη, Καβάφη, Αναγνωστάκη, για να αναφέρω μόνο μερικούς εκτός των υποχρεωτικών αναφορών στο σχολείο τους.'Ετσι από περιέργεια το ίδιο θα ρωτούσα τους υποψήφιους των εκλογών.
Και αν με ρωτούσατε τι σημασία έχει; Ποιός θα διοικήσει με την ποίηση;
Θα απαντούσα με δύο φράσεις του Ελύτη:
''Εκείνο που πρέπει να γίνεται και να ξαναγίνεται
αδιάκοπα, ατέρμονα, χωρίς την παραμικρή διάλειψη,
είναι η αντιδουλικότητα, η αδιαλλαξία, η ανεξαρτησία.
Η ποίηση είναι το άλλο πρόσωπο της Υπερηφάνειας.''

Αυτή η υπερηφάνεια, κατά την άποψή μου, είναι μέγα ζητούμενο.
Ο μεγάλος αγώνας  είναι να μπορείς να λες : '' κράτησα τη ζωή μου''
Να μπορείς να μην γίνεις ποτέ Αντώναρος.
Μεγάλη υπόθεση η ποίηση. ''Μια ανθρώπινη καρδιά  φορτωμένη τον κόσμο'' (Ν. Βρεττάκος)
Αμετανόητη θα παραμείνω και ας μελαγχολώ καμιά φορά.

Σημειώσεις για το ποίημα του Σεφέρη και την εκτέλεση του Μ.Θεοδωράκη


Ποίηση: Γιώργος Σεφέρης, ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937. Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης (1970)
Ερμηνεία: Αντώνης Καλογιάννης

Στο εξωτερικό η συναυλία βγήκε σε δίσκο από την Polydor (Theodorakis In Concert, 1971), αλλά η Ελλάδα έπρεπε να περιμένει τη Μεταπολίτευση: πρώτη η Columbia έκανε το 1974 μια έκδοση, χρησιμοποιώντας όμως μόνο το Ο Ήλιος Και Ο Χρόνος, και κατόπιν η Minos παρουσίασε το 1975 ολόκληρη τη συναυλία, μαζί δηλαδή με το Επιφάνια-Αβέρωφ.


Τ' ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ' ασφοδίλια
Κράτησα τη ζωή μου, ταξιδέυοντας ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα
το σταμνί πού δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεββάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου
χρυσά• τ' άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ' άστρο ο Αλδεβαράν.


Κράτησα τη ζωή μου,
κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξυάς,
καμμιά φωτιά στην κορυφή τους• βραδυάζει.

Κράτησα τη ζωή μου• στ' αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατό σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο τού περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί πού φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.

Τα πρόσωπα πού βλέπω δε ρωτούν, μήτε η γυναίκα
περπατώντας σκυφτή, βυζαίνοντας το παιδί της.
Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές• o χιονισμένος
κάμπος, ώς πέρα ο χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν,
μήτε o καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκκλήσια, μήτε
τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν, κι οι δρόμοι.

Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή,
δεν ξέρω πια να μιλήσω, μήτε να συλλογιστώ• ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκια
σαν την ανάμνηση της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».

Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των νερών
κάτω απ τον πάγο το χαμογέλιο τής θάλασσας τα κλειστά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες πού μου ξεφεύγουν
εκεί πού τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ό άνθρωπος
πού βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι τής σιωπής.

(ΚΡΑΤΗΣΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ -Β΄)
Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό πού σ' αγγίζει
στάλες βαρειές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπό σου,
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή,
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτερά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει, δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους πού έφυγαν, εκείνους
πού χάθηκαν μέσα στον ύπνο• τους πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα πού αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια τών πλατάνων εκεί
πού στάθηκε μια αχτίδα τού ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε ή καρδιά σου,
ο δρόμος δεν έχει αλλαγή· κράτησα τη ζωή μου.

Το χιόνι και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: